σίπαρος

σίπαρος
σίπαρος, , lat. supparum; σιπάρους ἐπαίρειν, das lat. suppara summis velis annectere, alle Segel beisetzen, sich mit allen Segeln in die Flucht begeben

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σίπαρος — ο, Ν ναυτ. το ελαφρό τετράγωνο πανί που βρίσκεται πάνω από τον φώσωνα, τον παπαφίγγο, κν. κούντρος ή κοντραπαπαφίγγος. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. supparus, i / supparum, i / siparum, i «οθόνη, ιστίο» (< supo / sipo «ρίχνω, απλώνω, σκορπίζω»)] …   Dictionary of Greek

  • κουντρίνι — το ναυτ. σίπαρος …   Dictionary of Greek

  • κούντρος — ο ναυτ. κατηγορία ιστίων πλοίου (α. «μεγάλος κούντρος» σίπαρος β. «πλωριός κούντρος» σιπάριο) …   Dictionary of Greek

  • παπαφίγκος — και παπαφίγγος και μπα < ρίγγος, ο 1. τετράγωνο ιστίο πάνω από τον δόλωνα, ο φώσωνας 2. φρ. α) «πλωριός παπαφίγκος» το φωσώνιο β) «κόντρα παπαφίγκος» ο σιπαρός και το σιπάριο 3. παροιμ. «ήβρες ναύτη για τον παπαφίγκο» λέγεται ειρωνικά σε… …   Dictionary of Greek

  • σιπαρίδα — και λόγιος τ. σιπαρίς, η, Ν ναυτ. το πανί που βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο τού ιστού τού επιδρόμου στα τρίστηλα ιστιοφόρα πλοία, κν. κόντρα μπέλμπερης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σίπαρος «ιστίο» + επίθ. ίς, ίδος] …   Dictionary of Greek

  • συπάριο(ν) — το, Ν [σίπαρος] ναυτ.) το ψηλότερο πανί τού ακάτιου ιστού τών δίστηλων και τρίστηλων ιστιοφόρων πλοίων, κν. πλωριός κούντρος ή πλωριός κοντραπαπαφίγγος …   Dictionary of Greek

  • κατάρτι ή ιστός — Μεγάλο κυλινδρικό δοκάρι, κάθετο στον επιμήκη άξονα του πλοίου, όπου αναρτώνται οι κεραίες που στηρίζουν τα πανιά. Επινοήθηκε, όταν κατέστη δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ο άνεμος ως κινητήρια δύναμη. Το κ., και γενικά η αρματωσιά (εξαρτία) των πλοίων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”